αγωνιστής

[агонистис] ουσ. а. борец.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγωνιστής" в других словарях:

  • ἀγωνιστής — combatant masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγωνιστής — ο (Α ἀγωνιστής) (Ν θηλ. ίστρια) [ἀγωνίζομαι] 1. αυτός που αγωνίζεται σε πόλεμο, μαχητής, πολεμιστής 2. ανταγωνιστής σε αθλητικό αγώνα, αθλητής 3. αυτός που αγωνίζεται ειρηνικά για κάτι, υπέρμαχος, υποστηρικτής νεοελλ. για τους αγωνιστές τής… …   Dictionary of Greek

  • αγωνιστής — ο θηλ. ίστρια 1. αθλητής: Οι αγωνιστές ανήκαν κυρίως σε δύο αθλητικούς συλλόγους. 2. μαχητής: Οι αγωνιστές της Αντίστασης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αλεξοχρήστου, Γεώργιος — Αγωνιστής του 1821 από το Ξηροχώρι Ευβοίας. Πήρε μέρος σε διάφορες μάχες, πρώτα ως απλός αγωνιστής και αργότερα ως εικοσιπένταρχος στη χιλιαρχία του Δ. Τσάμη Καρατάσσου. Μετά την απελευθέρωση υπηρέτησε στο σώμα της Oρoφυλακής και στη Φάλαγγα. (Η… …   Dictionary of Greek

  • Αλούκος, Θεόδωρος — Αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από το χωριό Καψάλι της Καρυστίας. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες, με αρχηγούς τους Κριεζώτη και Ρούκη. Ο αδελφός του, Κωνσταντίνος, ήταν επίσης εθνικός αγωνιστής …   Dictionary of Greek

  • Νικόδημος, Κωνσταντίνος — Αγωνιστής του 1821 από τα Ψαρά. Το 1823 πήρε μέρος στη ναυμαχία του Τρίκκερι, όπου με κίνδυνο της ζωής του έκαψε το πυρπολικό του. Επίσης, στη ναυμαχία της Λέσβου (1824) πυρπόλησε τουρκική κορβέτα. Μετά την απελευθέρωση κατατάχτηκε στο Ναυτικό… …   Dictionary of Greek

  • Παπατσώνης, Δημήτριος — Αγωνιστής και πολιτικός από την Ανδρούσα. Πολέμησε στο Βαλτέτσι και στην πολιορκία της Τρίπολης. Μετά την άλωση της Τρίπολης (23 Σεπτεμβρίου 1821) εξελέγη γερουσιαστής στην πελοποννησιακή γερουσία. Πολέμησε επίσης στα Δερβενάκια και σε άλλες… …   Dictionary of Greek

  • αμανίτης — Αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από την Αθήνα. Σκοτώθηκε μόλις άρχισε η Επανάσταση σε συμπλοκή μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων κοντά στην Αθήνα. * * * ο (Α ἀμανίτης) 1. μύκητας, μανιτάρι 2. (συνήθως στον πληθυντικό) οἱ ἀμανῖται περιληπτική ονομασία όλων …   Dictionary of Greek

  • Αβραμάκος, Μιχαήλ — Αγωνιστής του 1821. Γεννήθηκε στο χωριό Γέρμα της Οιτύλου. Πολέμησε στην Τρίπολη, την Κόρινθο, το Μεσολόγγι και στις πολιορκίες κάστρων της Μεσσηνίας …   Dictionary of Greek

  • Αβραντίνης, Αναστάσιος — Αγωνιστής του 1821. Γεννήθηκε στις Σπέτσες. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 κατόρθωσε να εισχωρήσει στο φρούριο της Τριπολιτσάς και να ανοίξει τις πύλες του, οπότε και εισέβαλαν οι Έλληνες πολιορκητές …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.